Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

δεν μας σεβαστηκαν....ΕΦΤΑΣΕ Η ΩΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΦΟΒΗΘΟΥΝ !!!

Το κίνημα των Ζαπατίστας δεν είναι πολύ γνωστό στην Ελλάδα αν και πιστεύω πως περιοχές τις Ελλάδας είναι στην ίδια κατάσταση με αυτές των Ζαπατίστας.


Το παρακάτω κείμενο είναι μια συνέντευξη του Subcomandante Marcos που ουσιαστικά λέει την ιστορία του κινήματος και την ιστορική πορεία του.



Σύντροφοι και συντρόφισσες, καλησπέρα, ευχαριστούμε για τα λόγια σας και για τον χρόνο που μας δίνετε για να ακούσετε τα δικά μας.
Εμείς είμαστε ο Εθνικοαπελευθερωτικός Ζαπατιστικός Στρατός (EZLN), είμαστε ιθαγενείς από την Τσιάπας, η πλειοψηφία, σχεδόν όλοι, είμαστε ιθαγενείς από τις εθνότητες Τσελτάλ, Τσοτσίλ, Τσολ, Τοχολαμπάλ, Σόκε και Μάμε, που είναι ομάδες που υπάρχουν εκεί, όπως εδώ υπάρχουν Τσατίλ, Ουάβε, Μασατέκο, Σαποτέκο, Τσιναντέκο, Μιστέκο.
Εμείς λοιπόν, είδαμε ότι πια μας έχουν ξεχάσει, ότι είμαστε πολύ μόνοι, ότι δεν φτάνει τίποτα εκεί: δεν υπάρχουν σχολεία, υγεία, φάρμακα, καλή κατοικία και η γη που έχουμε είναι στα βουνά, σκέτη πέτρα –την καλή γη την κατέχουν οι γαιοκτήμονες, δηλαδή οι έποικοι. Και βλέπουμε, επίσης, ότι όταν έχουμε κάποια ανάγκη, καθώς η πλειοψηφία δεν μιλάει ισπανικά, παραβιάζουν τα δικαιώματά μας και ούτε που καταλαβαίνουμε τι λένε και τι κάνουν. Όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα, παίρνουν κάποιον και τον κατηγορούν για ένα έγκλημα κι αυτός ούτε καν ήταν εκεί όταν συνέβη αλλά, καθώς δεν μιλάει ισπανικά, τον βάζουν φυλακή.Όταν χρειαζόμαστε κάποιο φάρμακο πάμε στην πόλη, μετά από πολλή δουλειά περπατάμε δυο και τρεις μέρες για να φτάσουμε εκεί που φτάνει το αυτοκίνητο και μετά α΄λλο τόσο για να φτάσουμε στην πόλη και, όταν φτάσουμε τελικά εκέι που είναι η κλινική, δεν μας δέχονται επειδή είμαστε ιθαγενείς. Είδαμε, επομένως, ότι υπάρχει μεγάλη περιφρόνηση επειδή είμαστε έτσι, με αυτό το χρώμα το μελαχρινό και τον δικό μας τρόπο, δηλαδή επειδή έχουμε, όπως κι εσείς, τον δικό μας τρόπο να ντυνόμαστε, να μιλάμε, τη δική μας κουλτούρα, όπως λέμε.

Είπαμε, λοιπόν, ότι ως εδώ, φτάνει πια, και αρχίσαμε να οργανωνόμαστε ένας ένας, μετά μια οικογένεια, μετά άλλη και μετά ένα ολόκληρο χωριό, μια ολόκληρη κοινότητα. Εκεί οι κοινότητες είναι μικρές, με 200-300 κατοίκους, περίπου 100 οικογένειες ή 50, και μετά αυτές οι κοινότητες ενώθηκαν με άλλες και άρχισαν να αυξάνονται πολύ όταν άλλαξε το άρθρο του Συντάγματος που έδινε δικαίωμα στη γη. Τότε, λοιπόν, γέμισαν με πολύ θάρρος και θυμό οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες.
Έτσι, αρχίσαμε να προετοιμαζόμαστε με όπλα. Ήμασταν 10 χρόνια κρυμμένοι και προετοιμαζόμασταν να πολεμήσουμε, όχι να μιλήσουμε ούτε να ακούσουμε ούτε να πάμε και να ζητήσουμε από την κυβέρνηση, αλλά για να παλέψουμε με τα όπλα ενάντια στον ομοσπονδιακό στρατό και την αστυνομία, ετοιμαζόμασταν για να κάνουμε πόλεμο και να ρίξουμε την κακή κυβέρνηση. Και όλα αυτά τα κάναμε σιωπηλά, δεν μπορούσαμε να τα κάνουμε δημόσια γιατί θα μας άκουγε η κυβέρνηση και θα μας ανακάλυπτε. Τα κάναμε μυστικά λοιπόν, αλλά ήταν ένα μυστικό πολλών ανθρώπων, αντρών, γυναικών, παιδιών, ηλικιωμένων, όλοι ήξεραν ότι προετοιμαζόμαστε, αλλά κανείς δεν έλεγε τίποτα. Και καθώς από την κυβέρνηση δεν ερχόταν κανείς εκεί, επειδή είμαστε ιθαγενείς και φτωχοί, κανείς δεν πήρε χαμπάρι.
Έφτασε έτσι η μέρα που ήμασταν έτοιμοι και τότε έφτασε η διαταγή από τις κοινότητες να ξεκινήσουμε, γιατί εκεί, όπως και εδώ στις δικές σας οργανώσεις, διατάζει η κοινότητα. Και τότε οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες των κοινοτήτων είπαν ότι πρέπει να κάνουμε τον αγώνα και το είπαν όλοι: οι ενήλικες, οι νέοι, οι γυναίκες, ακόμη και τα παιδιά είπαν τη γνώμη τους. Τότε εμείς σκεφτήκαμε ότι δουλειά μας δεν ήταν να μιλάμε, όπως κάνουμε τώρα, αλλά να κυβερνάμε έναν στρατό, έναν λαϊκό στρατό όμως. Σκεφτήκαμε λοιπόν: τους περιμένουμε στα βουνά, σαν αντάρτικο, όπως όμως θα έρθουν στρατιώτες να μας επιτεθούν ή πάμε εμείς εκεί που είναι αυτοί, στις πόλεις; Σκεφτήκαμε λοιπόν, ότι αν αγωνιστούμε εκεί στα βουνά γρήγορα θα πουν ότι είμαστε εγκληματίες, έμποροι ναρκωτικών ή ότι κλέβουμε ζώα, ότι είμαστε κακοί άνθρωποι και κανείς δεν θα μας δώσει σημασία. Οπότε αποφασίσαμε ότι αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να επιτεθούμε στην πόλη με τα όπλα: δεν πήγαμε να διαδηλώσουμε, πήγαμε οπλισμένοι.
Και τους την πέσαμε τα ξημερώματα της 1ης Γενάρη του ’94, όταν όλοι γιορτάζανε και τα πίνανε, ήταν δηλαδή αφηρημένοι, τους επιτεθήκαμε λοιπόν, και δεν ήμασταν λίγοι: ήμασταν χιλιάδες άντρες και γυναίκες, πολλές από τις γυναίκες με βαθμό αξιωματικού και αρκετές ήταν διοικήτριες –μία ήταν η διοικήτρια Ραμόνα που πέθανε πρόσφατα. Επιτεθήκαμε λοιπόν σε εφτά πόλεις, εφτά πρωτεύουσες δήμων, νικήσαμε την αστυνομία και άρχισαν οι συγκρούσεις με τον στρατό. Προετοιμαστήκαμε 10 χρόνια γι’ αυτό και ήρθαν τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα, σαν αυτά που βλέπουμε στις ταινίες, όμως αυτά ήταν αληθινά, και αρχίσαμε να πολεμάμε εναντίον τους, ρίξαμε μερικά ελικόπτερα και αεροπλάνα, και τότε άρχισαν να μας βομβαρδίζουν …
Όμως, καθώς είχαμε πάει στην πόλη, μας είδε εκεί πολύς κόσμος. Και η ανησυχία μας ήταν τι θα απογίνουν οι οικογένειες των συντρόφων, ότι θα τους κάνανε κακό, γιατί όλοι γνωρίζονται στις κοινότητες … Έτσι μας ήρθε η ιδέα να καλύψουμε τα πρόσωπά μας: άλλοι τα κάλυψαν απλώς με ένα μαντήλι (παλιακάτε) και άλλοι με κουκούλες (πασαμοντάνιας). Και πήραμε την πόλη υπό τον έλεγχό μας. Και έφτασαν δημοσιογράφοι απ΄ όλα τα μέρη, άρχισαν να τραβάνε φωτογραφίες και τότε έγινε σύμβολό μας η κουκούλα, που ήταν μαύρη γιατί έχουμε το χρώμα της γης, και έτσι αρχίζει να γίνεται γνωστό σε όλο τον κόσμο αυτό που συμβαίνει. Και όλοι κατάλαβαν ότι ήταν ψέματα αυτά που έλεγε η κυβέρνηση, όπως είναι κι αυτά που λέει τώρα, ότι δηλαδή όλα είναι καλά και ο κόσμος είναι ευχαριστημένος … Τα ίδια έλεγε και τότε: ότι είμαστε χώρα μοντέρνα πια, όπως οι ΗΠΑ, όλοι έχουν αμάξι, τηλεόραση, καλό σπίτι, καλά χωράφια, τρακτέρ, τα πάντα. Όταν λοιπόν ξεσηκωθήκαμε, άρχισαν να έρχονται οι ειδήσεις του πως είναι οι ιθαγενικές κοινότητες στην Τσιάπας και αρχίζουν όλοι να μας κοιτάνε και να ακούνε τη φωνή μας. Γι’ αυτό εμείς λέμε ότι όταν κρύψαμε τα πρόσωπά μας μάς είδαν, ενώ όταν κυκλοφορούσαμε έτσι, «φυσιολογικοί», κανείς δεν μας έδινε σημασία.
Τότε, λοιπόν, έγινε μεγάλη φασαρία και κινητοποίηση, πολύς θόρυβος, γίνανε πολλές πορείες που έλεγαν ότι δεν πρέπει να πολεμάμε, πρέπει να βρούμε λύση με τον διάλογο. Είδαμε ότι υπάρχει πολύς κόσμος που λέει ότι δεν είναι δίκαιο να ζουν έτσι οι ιθαγενείς. Και εμείς είπαμε: πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίσουμε αυτόν τον κόσμο που μας μιλάει, να δούμε γιατί συμφωνεί με τον αγώνα μας, αλλά δεν συμφωνεί με τον ένοπλο αγώνα. Και αρχίσαμε λοιπόν να ξύνουμε το κεφάλι μας και να σκεφτόμαστε: προετοιμαστήκαμε 10 χρόνια για να κάνουμε πόλεμο και τώρα μας λένε ότι είναι καλύτερα να μιλήσουμε, οπότε τι κάνουμε;
Και είπαμε να πάμε να μιλήσουμε και με την κυβέρνηση και με τον κόσμο. Και έφτασε πολύς κόσμος σας κι εσάς, κόσμος απλός και ταπεινός, είπε ότι θα προσέχει να μην πάθουμε τίποτα και έκανε μια μεγάλη ζώνη ασφαλείας στον καθεδρικό ναό του Σαν Κριστόμπαλ, κι εκεί μιλήσαμε με την κυβέρνηση. Και είπαμε αυτά που θέλαμε, αυτά για τα οποία αγωνιζόμαστε.
Είπαμε ότι θέλουμε στέγη, δηλαδή γερή και καλή κατοικία με νερό, φως και πάτωμα. Εμείς ζούμε πάνω στη γη, οι τοίχοι μας είναι από λάσπη και η στέγη από άχυρο, μαγειρεύουμε στη φωτιά, και στην κουζίνα κοιμούνται και τα ζώα, εκεί είναι το και κρεβάτι μας …Είπαμε λοιπόν, ότι θέλουμε κατοικία αξιοπρεπή.
Θέλουμε γη, γιατί η γη που έχουμε είναι σκέτη πέτρα. Καλή γη για να δουλέψουμε, αλλά με τα όλα της, γιατί η γη δεν είναι μόνο να έχεις ένα κομμάτι, χρειάζεσαι σπόρους, μηχανήματα και μια καλή τιμή για το προϊόν, γιατί δεν γίνεται να δουλεύεις όλη μέρα και το προϊόν σου να είναι τόσο φτηνό στην αγορά: ό,τι και να παράγεις, είτε είναι καφές, καλαμπόκι, φασόλια, στο πληρώνουν πολύ φτηνά.
Θέλουμε δουλειά, αξιοπρεπή δουλειά όμως, δηλαδή να μας πληρώνουν ένα δίκαιο μισθό και να σέβονται τα εργασιακά μας δικαιώματα.
Θέλουμε καλή διατροφή, γιατί τα παιδιά μας δεν τρέφονται καλά, γιατί έχουμε μόνο τορτίγιες και τσίλι, αλλά κρέας… ξέχασέ το, μόνο στις γιορτές λίγο κοτόπουλο.
Θέλουμε υγεία, δηλαδή νοσοκομεία, γιατρούς, νοσοκόμες, φάρμακα και προγράμματα για να μην υπάρχουν τόσες αρρώστιες, θέλουμε εμβόλια… δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά.
Θέλουμε εκπαίδευση, δεν υπήρχαν σχολεία και όταν υπήρχαν ήταν 4 παλούκια με μια οροφή και ο δάσκαλος ποτέ δεν ερχόταν βέβαια και όταν ερχόταν ήταν μεθυσμένος ή ερχόταν μια μέρα και δεν ερχόταν την άλλη, οπότε τα παιδιά μεγάλωναν χωρίς μόρφωση.
Θέλουμε και ανεξαρτησία, γιατί η χώρα μας, το Μεξικό, δεν είναι ανεξάρτητη, δηλαδή τη χώρα μας δεν την κυβερνούν οι Μεξικάνοι, ξέρουμε πολύ καλά ποιος την κυβερνά: οι γκρίνγκος.
Θέλουμε ελευθερία, ελευθερία ως ιθαγενείς λαοί, γιατί μας εκμεταλλεύονται πολύ, ελευθερία ως Μεξικανοί, ελευθερία για να μπορούμε να μιλάμε, να αγωνιζόμαστε όπως θέλουμε.
Και ακόμα, θέλουμε δικαιοσύνη, και δικαιοσύνη είναι να τιμωρείται όποιος κάνει έγκλημα κι εμείς ξέρουμε καλά ποιος κάνει κακό εδώ: η κυβέρνηση. Αυτούς λοιπόν να βάλουν φυλακή. Δίκαιο δεν είναι να βάζουν φυλακή αυτόν που αγωνίζεται για τα δικαιώματά του.
Και, επίσης, θέλουμε ειρήνη, γιατί αυτό που ζούμε δεν είναι ειρήνη, είναι σαν πόλεμος, μόνο που μας σκοτώνουν έτσι, σιωπηλά, όχι με βόμβες, μας αφήνουν στη λήθη.
Και τότε η κυβέρνηση έκανε τη λίστα της, μην ανησυχείς θα στα δώσω, είπε, κι εμείς είπαμε κάτσε, εμείς τα θέλουμε όλα αυτά για όλους τους Μεξικανούς και τις Μεξικανές όχι μόνο για μας, και τότε η κυβέρνηση είπε είσαι τρελός; Είσαι απλώς ένας Ινδιάνος, που ζεις στην Τσιάπας, στα βουνά… Εμείς είπαμε, όμως, ότι τα θέλουμε αυτά για όλους τους Μεξικανούς και δεν θα σταματήσουμε μέχρι να έχουν όλοι αυτά που ζητάμε.
Και η μεξικανική κυβέρνηση έξυσε το κεφάλι της και είπε όχι λοιπόν, είναι πολλά αυτά που ζητάς, δεν μπορώ να στα δώσω όλα, θα δούμε… Και όταν φεύγει πια η κυβέρνηση να πάει στην πόλη, αρχίζουμε να μιλάμε με τους συντρόφους της ζώνης ασφαλείας και αρχίζουν να μας διηγούνται ότι υπάρχουν κι άλλα μέρη, όπου οι άνθρωποι επίσης αγωνίζονται αλλά όχι με τα όπλα, όπου οι άνθρωποι οργανώνονται για να παλέψουν αλλά με μέσα ειρηνικά… Και επιστρέψαμε λοιπόν στα βουνά, αλλά όταν φύγαμε για τον πόλεμο περάσαμε και πήραμε όλη τη γη, σύντροφοι, όλη, και ο γαιοκτήμονας έφυγε τρέχοντας και τότε αυτή η γη μοιράστηκε στους χωρικούς, καλή γη, πεδιάδες με νερό, μοιράστηκε λοιπόν και αρχίσαμε να τη δουλεύουμε συλλογικά, όπως είναι ο δικός μας τρόπος, ο τρόπος των ιθαγενών λαών.
Όσο μιλάγαμε με τους συντρόφους, μας ήρθε η ιδέα να τους καλέσουμε σε διάλογο, όχι πάλι με την κυβέρνηση, αλλά με ανθρώπους καθημερινούς που θέλουν να αγωνιστούν. Και τότε αρχίσαμε να γνωρίζουμε άλλους ιθαγενείς λαούς και την οργάνωσή τους και να μιλάμε μ’ αυτούς. Και έρχεται κάποιος και λέει ότι πρέπει να αγωνιστούμε ειδικά για τα δικαιώματα και την κουλτούρα των ιθαγενών και είπαμε εμείς ότι αυτό δεν είναι σωστό, γιατί είμαστε ιθαγενείς και δεν μας σέβονται ως τέτοιους. Μας είπαν επίσης ότι μας μένει ακόμη να παλέψουμε για την πληροφόρηση, γιατί όλες οι εφημερίδες, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο λένε ψέματα, πρέπει επιτέλους να πουν την αλήθεια.
Οπότε είπαμε ότι τα αιτήματά μας, αυτά για τα οποία πήραμε τα όπλα, είναι 13: στέγη, γη, δουλειά, ψωμί, υγεία, εκπαίδευση, ανεξαρτησία, δικαιοσύνη, δημοκρατία, ελευθερία, ειρήνη, ιθαγενική κουλτούρα, πληροφόρηση.
Αρχίσαμε να μιλάμε λοιπόν με όλους αυτούς τους συντρόφους και να ακούμε τι σκέφτονται για μας. Και είπαμε ότι για να πετύχουμε αυτά τα 13 σημεία για τα οποία αγωνιζόμαστε πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ενωθούμε με τους υπόλοιπους συντρόφους, αλλά με κανένα τρόπο δεν θα ενωθούμε με τον πόλεμο, πρέπει να σεβαστούμε τον αγώνα τους. Εκείνη την εποχή η κυβέρνηση είπε ότι θα εκπληρώσει τις συμφωνίες και υπογράφει τις Συμφωνίες του Σαν Αντρές, και λέει: θα σεβαστώ τα δικαιώματα και την κουλτούρα των ιθαγενών, θα σεβαστώ ότι στη γη των ιθαγενών κυβερνά η ιθαγενική κοινότητα και δεν θα ξανακάνω τίποτα χωρίς την άδεια της κοινότητας. Κι εμείς μείναμε ικανοποιημένοι… αλλά δεν έγινε τίποτα, περνάει ο καιρός, περνάνε οι μέρες, τα χρόνια και η κυβέρνηση δεν εκπληρώνει αυτό που υποσχέθηκε…
Τότε είπαμε ότι θα καλέσουμε όλους τους συντρόφους και τις συντρόφισσες για να κάνουμε μια πορεία. Κάναμε την πορεία το 2001, αν θυμάστε, φτάσαμε μέχρι εκεί που είναι η κυβέρνηση, μαζεύτηκαν πολλοί ιθαγενείς και εκατομμύρια Μεξικανοί που συμφωνούν με τον αγώνα, μέχρι και άνθρωποι από άλλες χώρες είπαν ότι συμφωνούν με τον αγώνα μας. Είπαμε λοιπόν ότι θέλουμε να μας ακούσει η κυβέρνηση, αλλά αυτή δεν θέλει να μπούμε εκεί που είναι οι βουλευτές και οι γερουσιαστές, λέει ότι εδώ δεν μπαίνουν Ινδιάνοι, κυρίως το λέει αυτό το κόμμα που ονομάζεται ΡΑΝ, του Φοξ δεν του αρέσει να μιλάνε οι ιθαγενείς. Και όλοι είπαν ότι πρέπει να μιλήσουμε και τελικά μίλησε μια μικρόσωμη γυναίκα, δεν μίλησα εγώ, αλλά μια γυναίκα που λέγεται διοικήτρια Εστέρ, και αυτή είπε «εγώ δεν μιλάω σαν Ζαπατίστρια, δεν μιλάω σαν Εστέρ, μιλάω εκ μέρους όλων των ιθαγενών γυναικών». Και μίλησε πολύ ωραία, κανείς βουλευτής ή γερουσιαστής δεν μίλησε σαν αυτή τη συντρόφισσα, και μίλησαν κι άλλες συντρόφισσες και σύντροφοι.
Και γυρίσαμε άλλη μια φορά ικανοποιημένοι στην Τσιάπας, και τότε η κυβέρνηση έκανε απατεωνιά: συμφωνούν όλα τα πολιτικά κόμματα, το PRI, το ΡΑΝ, και το PRD, και λένε «δεν μας συμφέρει να κάνουμε τον νόμο, γιατί οι ιθαγενείς λαοί θα οργανωθούν και ο τρόπος των ιθαγενών λαών δεν είναι αυτός ενός πολιτικού κόμματος, οπότε δεν θα τους ελέγχουμε». Έτσι αλλάζουν τον νόμο και πάνε και εγκρίνουν έναν νόμο ίδιο με τον προηγούμενο. Και εμείς είπαμε ότι δεν αξίζει τον κόπο, σε τι χρησιμεύει να κάνεις διάλογο με την κυβέρνηση αν δεν εκπληρώνει τον λόγο της;
Είπαμε, λοιπόν, ότι θα εφαρμόσουμε εμείς οι ίδιοι στις κοινότητές μας τις Συμφωνίες του Σαν Αντρές και άρχισαν τα ίδια τα χωριά να οργανώνονται και να διορίζουν τις αρχές τους και ότι δεν θα ζητήσουμε πια τίποτα από την κυβέρνηση. Αρχίσαμε να κάνουμε σχολεία, νοσοκομεία, να βελτιώνουμε την εκπαίδευση. Και όλα αυτά τα κάναμε με κόσμο που μας στήριξε, κόσμο που έφτανε εκεί και έκανε προγράμματα και δούλευε, και έτσι γίνανε όλα αυτά.
Και αρχίσαμε να βλέπουμε ότι οι νεοφιλελεύθεροι «γαμάτοι» γαμάνε ολόκληρη τη χώρα, ενοχλούν τους δασκάλους, τους εργαζόμενους, τους στερούν όλα τα δικαιώματα και κάθε φορά περισσότερο καταστρέφουν τη φύση, εσείς το ξέρετε, ως ιθαγενείς λαοί, ότι αν καταστραφεί η φύση δεν θα υπάρχει τίποτα πια… Και καταστρέφουν δάση, ποτάμια και λίμνες, τα πάντα. Βλέπουμε, επίσης, ότι θέλουν τη γη μας, ο καπιταλισμός θέλει τη γη των αγροτών αλλά χωρίς τους αγρότες, τη γη των ιθαγενών αλλά χωρίς τους ιθαγενείς, τη θέλει για να την εκμεταλλευτεί, για να πάρει ξύλα, να εμφιαλώσει το νερό και να το πουλήσει. Και εμείς είπαμε ότι δεν θα αντέξουμε, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε παραπέρα. Είπαμε ότι θα παλέψουμε για τα 13 σημεία για όλους τους Μεξικανούς, αλλά όχι με τα όπλα, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να κάνουμε μια οργάνωση, ένα κίνημα πολιτών, ειρηνικό.
Τότε ήταν που βγάλαμε την Έκτη Διακήρυξη και ερχόμαστε τώρα να μιλήσουμε μαζί σας, γιατί δεν σας προσκαλούμε σε ένοπλο αγώνα, σας προσκαλούμε να ενωθούμε σε ένα κίνημα ειρηνικό. Πριν αν κάποιος ήθελε να μιλήσουμε έπρεπε να έρθει στην Τσιάπας, όποιος όμως δεν μπορούσε δεν ερχόταν και έτσι μιλούσαμε με λίγο κόσμο. Οπότε είπαμε: αν δεν μπορείτε να έρθετε εσείς, ερχόμαστε εμείς, αλλά δεν θα έρθουμε μόνο να μιλήσουμε και να φάμε, θα κάνουμε ένα σχέδιο. Τι σχέδιο να κάνουμε όμως; Και είπαμε ότι αφού πρόκειται για διαφορετικούς τρόπους, για άλλους αγώνες, πρέπει να ακούσουμε πρώτα, οπότε θα κάνουμε ό,τι κάναμε εμείς οι Ζαπατίστας, που πρώτα συμφώνησαν οι κοινότητες και μετά κάναμε ό,τι κάναμε. Θα κάνουμε δηλαδή σαν ήταν όλο το Μεξικό κοινότητες: θα περάσουμε να μιλήσουμε με όλους, να μας πουν, να συζητήσουμε, κι έτσι να βγει ένα σχέδιο από όλους μας, όχι μόνο ζαπατιστικό. Κι έτσι βγάλαμε την Έκτη Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα…»

Καταγραφή ομιλίας: Χρήστος Στεφάνου

Επιλογή-μετάφραση: Ματούλα Παπαδημητρίου.

Περιοδικό αλάνα, τεύχος 2, Ιούνιος 2006